Παρασκευή 21 Μαρτίου 2014

Ιλιάδα, η παρουσίαση (II)



Πραγματικά δεν ξέρω από πού να ξεκινήσω και πώς να καταλήξω, με όσα σκέφτομαι και νιώθω για τη μεγαλειώδη παράσταση που έστησαν ο Στάθης Λιβαθινός, οι ηθοποιοί και οι υπόλοιποι συντελεστές, βασισμένοι στην εξαίρετη μετάφραση το γλυκύτατου Δ.Ν. Μαρωνίτη.

 
Το μόνο βέβαιο είναι, πάντως, ότι δεν πρόκειται να ‘τσιγκουνευτώ’ σε κοσμητικά επίθετα για να την περιγράψω.

Πάμε, λοιπόν.

Όταν άκουσα πρώτη φορά για το συγκεκριμένο εγχείρημα, θεώρησα ότι αυτό άγγιζε τα όρια της αυθάδειας.

 
Δεδομένου του ‘παρελθόντος’ των συντελεστών, λογικά θα περίμενε κάποιος ότι δεν θα είχαμε να κάνουμε με μια παράσταση που να απευθύνεται σε παιδιά.

Ή που να στοχεύει στον εντυπωσιασμό και την εύπεπτη διασκέδαση – στόχοι όχι αθέμιτοι, ωστόσο εκτός του πλαισίου στο οποίο κινούνται οι συγκεκριμένοι, καθένας με το δικό του τρόπο. 


Και αυτό οριοθετεί το πρόβλημα. Πως είναι δυνατό να παρουσιάσεις το ‘θεμελιακό έπος αλλά και προδρομική τραγωδία’, όπως πολύ εύστοχα καταλήγει στο σημείωμα που περιλαμβάνεται στο πρόγραμμα ο Δ.Ν. Μαρωνίτης, που ονομάζεται Ιλιάδα χωρίς να καταφύγεις σε ευκολίες, είτε στην σκηνοθεσία, στη λειτουργία των ηθοποιών επί σκηνής, στα σκηνικά, ή σε κάποιο άλλο από τα πολλαπλά συστατικά που απαρτίζουν μια παράσταση;


Και όμως.

Το σύνολο των συντελεστών –αφήνοντας προσωρινά στην άκρη τους ηθοποιούς που αναμετρώνται κάθε βράδυ με το κείμενο– απέδωσε τα μέγιστα σε κάθε τομέα.

Θα ήθελα να ξεκινήσω ανάποδα, από  τα σκηνικά, τα κοστούμια, τη μουσική, για να καταλήξω στις ερμηνείες και τη σκηνοθεσία. 

Κυρίαρχο στοιχείο του σκηνικού χώρου τα ελαστικά.  Που αποτελούν όργανο πολλαπλών χρήσεων: πρωτίστως, αναμνηστικά που παραπέμπουν στα καμένα φορτηγά,  τα ανατιναγμένα αυτοκίνητα και τα γεμάτα καπνούς παλιοσίδερα που γεμίζουν τις τηλεοπτικές οθόνες σε κάθε πόλεμο, από τα τέλη του 20ου αιώνα. Και ταυτόχρονα δομικό στοιχείο για το κτίσιμο κάστρων και οχυρών, και όπλο που εκσφενδονίζεται στους αντιπάλους. 


Παρόμοια λειτουργία – ως προς το κομμάτι του όπλου – επιτελούν και οι καρέκλες που βρίσκονται διεσπαρμένες στο χώρο.  Οι οποίες ταυτόχρονα σχηματίζουν τις «αίθουσες συμβουλίων» στις οποίες παίρνονται οι αποφάσεις στα δύο αντίπαλα στρατόπεδα. Μία από αυτές, τέλος, δείχνει το μέτρο του θυμού του Αχιλλέα έναντι  του Αγαμέμνονα που οδηγεί τον πρώτο να αποσύρει τους Μυρμιδόνες του από το στρατόπεδο των Ελλήνων από τη μια, και του Έκτορα έναντι του αδελφού του Πάρη, τον οποίο θεωρεί αποκλειστικό υπεύθυνο για τα δεινά που  υφίστανται οι Τρώες, από την άλλη.  



Το νερό αποτελεί τον αφανή πρωταγωνιστή που συμπληρώνει το τρίπτυχο. Που σχηματίζει από τη μία το Αιγαίο, που χωρίζει την Ελλάδα από την Τροία. Και από την άλλη, οριοθετεί την παραλία της τελευταίας, εκεί που στρατοπέδευσαν οι Έλληνες, υποχρεώθηκαν να χτίσουν ανάχωμα για να προστατεύσουν τα πλοία τους, η προσπάθεια για το κάψιμο των οποίων από τον Έκτορα αποτέλεσε το σημείο καμπής που θα οδηγήσει στο θάνατο του Πάτροκλου και την επιστροφή του τρομερού Αχιλλέα στο πεδίο της μάχης.  Το οποίο – νερό – παίρνει τη μορφή του Σκάμανδρου ποταμού που διαμαρτύρεται, σε  μία από τις πιο τραγικές και ταυτόχρονα αστείες και χαριτωμένες σκηνές της παράστασης.


 Περνώντας στη συνέχεια στα κοστούμια, η απόφαση οι θνητοί να φορούν τις σκούρες στολές-κοστούμια και τις  χλαίνες, σύμβολο διαχρονικό του πολέμου – ιδιαίτερα του Δεύτερου  Παγκόσμιου, του φρικιαστικότερου όλων –είναι πραγματικά εμπνευσμένη. Και δίνει τη δυνατότητα οι γραβάτες να χρησιμοποιούνται ως ξίφη, σε μονομαχίες με κίνηση και ένταση που πραγματικά δεν περιγράφεται! 


Και σε απόλυτη αντίθεση οι θεοί  - και ιδιαίτερα οι θεές – οι οποίοι λάμπουν μέσα στους  αρχαιοπρεπείς «θώρακες» και τα ανάλαφρα, λευκά κατά βάση ενδύματά τους.

 
Το τελευταίο στοιχείο της σύνθεσης είναι η μουσική. Ο συνδυασμός των παραδοσιακών οργάνων όπως η λύρα, με σύγχρονα όπως η ηλεκτρική κιθάρα, μαζί με τη ζωντανή χρήση κρουστών  ξεπερνά κατά πολύ την απλή συνοδεία, έστω υπογράμμιση, των δραματικών μερών της παράστασης. Δεν μπορώ καν να απαριθμήσω πόσες φορές αυτή η μουσική δονούσε μέσα μου χορδές και ανέσυρε μνήμες κατευθείαν από την αρχαιότητα, όσο και αν αυτή η ‘δήλωση’ ακούγεται υπερβολική ή παρακινδυνευμένη.




Όλα τα παραπάνω δείχνουν με τον πλέον πειστικό τρόπο ότι η Polyplanity της Γιολάντας Μαρκοπούλου παραδίδει μαθήματα οργάνωσης και παραγωγής, ακόμη και σε εταιρίες κατά πολύ μεγαλύτερες σε μέγεθος.
 

Όπως μου εξήγησε ο Στάθης Λιβαθινός, η παράσταση υπήρξε, τελικά, ένα καθόλα παρακινδυνευμένο στοίχημα από τη σύλληψή της ήδη, μέχρι την καλοκαιρινή πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Αθηνών. Και αυτό γιατί η διαδικασία της πρόβας ξεκίνησε δέκα μήνες πριν, χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε διασφάλιση ότι θα έφτανε τελικά να παρουσιαστεί σε κάποια τελική μορφή. Με άλλα λόγια, ηθοποιοί και σκηνοθέτης – καταρχήν – βούτηξαν μέσα στον ωκεανό του κειμένου χωρίς να ξέρουν ούτε αν θα καταφέρουν να αναδυθούν, ούτε αν θα έβρισκαν οποιαδήποτε υποστήριξη, ώστε να μπορέσουν τελικά να παρουσιάσουν τα αποτελέσματα των κόπων τους. 

 
Με κίνδυνο και πάλι να ακουστώ υπερβολικός, δεν μπορώ να σκεφτώ άλλο σκηνοθέτη που να διαθέτει το εύρος της γνώσης, την εμπειρία, την ευφυΐα και το κύρος που διαθέτει ο Στάθης Λιβαθινός, ο οποίος να αναλάβει και να φέρει εις πέρας ένα τέτοιο τιτάνιο έργο, με αυτό το αποτέλεσμα. 

 
Λυπάμαι πάρα πολύ που δεν μπορώ να αναφερθώ ξεχωριστά και αναλυτικά στον καθένα από τους ηθοποιούς που συμμετέχουν και κάθε βράδυ δίνουν πραγματικά το είναι τους προς δική μας απόλαυση. Από την μια έχουμε το καθαυτό κείμενο. Και από την άλλη, όλοι σχεδόν αναλαμβάνουν δύο ρόλους – κάποιοι από αυτούς ακόμη περισσότερους. Αυτό ίσως σε άλλα έργα να είναι απλό, εδώ όμως δεν είναι, κάθε άλλο. Και δεν πρέπει να λησμονούμε ότι συνέβαλαν με τις εμπειρίες τους και στο στήσιμο της παράστασης, σε αυτό που αλλιώς ονομάζεται σκηνική διασκευή και επεξεργασία.


 
Τα τελευταία χρόνια αποφεύγω συνειδητά τις μεγάλης διάρκειας παραστάσεις. Και αυτό γιατί θεωρώ ότι το θέατρο είναι ΚΑΙ διασκέδαση. Κάτι που σημαίνει ότι μια παράσταση που διαρκεί τρεις ώρες κατά πάσα πιθανότητα θα με κουράσει, με αποτέλεσμα να χαθεί η απόλαυση, με την εξαίρεση ίσως του standup comedy. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που αφού η παράσταση τελείωσε μετά από τέσσερις ώρες, με την απόφαση του Αχιλλέα να παραδώσει το σώμα του Έκτορα στον Πρίαμο, η οποία καταλήγει στην ένωση των δύο αντρών στο κοινό πένθος, ήθελα και άλλο. Ήθελα να δω να συνεχίζει η παράσταση μέσα στον τρωικό μύθο, να φτάσει μέχρι την άλωση της Τροίας .

Υ.γ.: Οι συντελεστές της παράστασης είναι τόσοι πολλοί που είναι πραγματικά αδύνατο να τους συμπεριλάβω όλους εδώ. Παραθέτω μόνο τα στοιχεία του θεάτρου, για να πάτε το συντομότερο.

Θέατρο Χώρα, Αμοργού 20, Κυψέλη,
Τηλέφωνο: 210 8673945
Ημέρες και ώρες: Τετάρτη έως Σάββατο στις 8:00, Κυριακή στις 4:00
Μέχρι τις 13 Απριλίου

Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου 2014

Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2014

Μπάρτλεμπυ, ο γραφιάς



Αμερική, μέσα περίπου του 19ου αιώνα.
Σε ένα δικηγορικό γραφείο που βλέπει τις δουλειές του να ανθούν, προσλαμβάνεται ένας νέος υπάλληλος.


Ο οποίος μέσα σε ελάχιστο χρόνο διαταράσσει την ηρεμία, την τάξη και την καλή και ομαλή λειτουργία του.
Και αυτό γιατί ο νεοπροσληφθείς αποδεικνύεται ιδιαίτερα «παράξενο φρούτο».


Είναι εξαιρετικά αποτελεσματικός και γρήγορος στην αντιγραφή και καθαρογράφηση των δικογράφων, των συνθηκών, συμφωνιών, υποθηκών, συμβολαίων, και γενικά του συνόλου των εγγράφων που συνιστούν τον όγκο της εργασίας του.


Από την άλλη, αρνείται πεισματικά και με απόλυτο – όχι αγενή – τρόπο να συμμετάσχει στην αντιπαραβολή τους που γίνεται προφορικά με τους υπόλοιπους συναδέλφους και το δικηγόρο-εργοδότη του.


Δεν κάνει καθόλου παρέα με τους υπόλοιπους.
Τρέφεται ελάχιστα
Πρακτικά δεν μιλάει καθόλου.


Κοιτάει μόνο τριγύρω και τους ανθρώπους με άψυχο, ουδέτερο και ελάχιστα ισορροπημένο βλέμμα.


«Θα προτιμούσα όχι», η μόνιμη επωδός του σε οτιδήποτε άλλο του ζητήσουν πέραν της – μοναχικής – αντιγραφής.
Μέχρι που αυτή η σχεδόν διάφανη παρουσία εκτροχιάζει, στην κυριολεξία, τον εργασιακό χώρο και την ψυχική ισορροπία των υπαλλήλων, αλλά κυρίως του δικηγόρου-εργοδότη του.


 Ο οποίος με τα πολλά, και αφού ανακαλύπτει ότι ο υπάλληλός του εγκαταστάθηκε για τα καλά και μόνιμα στο γραφείο και το μετέτρεψε σε διαμέρισμα, κάτι που προκαλεί θύελλα ψιθύρων τόσο από τους πελάτες και από τα υπόλοιπα γραφεία της πολυκατοικίας, μετακομίζει. 
Και ο «ανθρωπάκος» μένει μόνος και έρημος σε ένα παντελώς άδειο χώρο, εν αναμονή του νέου ενοικιαστή, επίσης δικηγόρου.
Ωστόσο, αυτή του η επιμονή να μην φεύγει από το χώρο δυσκολεύει επιπλέον τα πράγματα.
Με αποτέλεσμα να συλληφθεί και να οδηγηθεί  στη φυλακή.
Στην οποία μοναδικός του επισκέπτης είναι ο δικηγόρος – πρώην εργοδότης του.


Ο οποίος δωροδοκεί τον επιστάτη για να τρέφει τον φυλακισμένο όσο καλύτερα γίνεται.
Παρά την καλή θέληση του πρώην εργοδότη και τις προσπάθειες του επιστάτη, ο φυλακισμένος αρνείται πλέον έστω να φάει.
Και όπως είναι λογικό, καταλήγει.


Αν όλα τα παραπάνω σας φαίνονται παράξενα, ή ακατανόητα, ή ακόμη και αδιάφορα, έχετε απόλυτο δίκαιο, και εγώ το ίδιο ένιωσα, παρότι είδα την παράσταση δύο φορές.
Με άλλα λόγια, γιατί να μας ενδιαφέρει η ιστορία ενός αυτοκαταστροφικού αυτοκτονικού τύπου που αρνείται οποιαδήποτε βοήθεια από το περιβάλλον του;


Ομολογώ πως είναι αυτές οι σκέψεις που με οδήγησαν να ζητήσω από την ομάδα που ανεβάζει την παράσταση να μιλήσουμε, μπας και ξεκαθαρίσει κάπως το πράγμα.
Και όντως, μου έδωσε μια τελείως διαφορετική εικόνα της από αυτή την πρώτη επιφανειακή ανάγνωση.
Μου ξεκαθάρισε, συγκεκριμένα, τις δύο «αντίρροπες δυνάμεις» που αντιμάχονται στην παράσταση.
Από την μία έχουμε το δικηγόρο με τους υπαλλήλους του, που αντιπροσωπεύουν το νεογέννητο φιλελευθερισμό. Αυτό που είχε το όραμα και την πρόθεση να αλλάξει τον κόσμο μέσω της δουλειάς, των επενδύσεων και της υλικής προόδου, και ο οποίος κατέληξε στο αχαλίνωτο κυνήγι του κέρδους που βιώνουμε σήμερα.


Και από την άλλη έχουμε τον Μπάρτλεμπυ. Ο οποίος αντιπροσωπεύει τους αντιρρησίες. Εκείνους, δηλαδή, που πίσω από την εικόνα του φιλελευθερισμού-πατέρα βλέπουν αυτό που έρχεται, την αποχαλίνωση, τη μετατροπή του ανθρώπου σε παραγωγική μηχανή, σε πηγή κέρδους και, εντέλει, σε αριθμό. Και οι οποίοι αρνούνται να ενταχθούν σε αυτό το νέο σύστημα. Προτιμούν να απέχουν. 


Όπως είναι αναμενόμενο – ίσως και φυσιολογικό, όταν το άτομο αντιμάχεται το σύνολο, ο Μπάρτλεμπυ συνθλίβεται με συνοπτικές διαδικασίες. Η λεπτομέρεια που δημιουργεί την τραγική ειρωνεία, είναι το ότι ο μοναδικός που στάθηκε ανιδιοτελώς – χωρίς να επιδιώκει κέρδος ή οτιδήποτε άλλο – δίπλα του και προσπάθησε να τον υποστηρίξει μέχρι το τέλος είναι ο πρώην εργοδότης του. Ο πατέρας-φιλελευθερισμός, με άλλα λόγια.   


Αν τα παραπάνω σας εξήψαν, τελικά, τη φαντασία, να ξέρετε ότι θα παρακολουθήσετε μια ιδιαίτερη παράσταση.
Αν θεωρήσετε τον Μπάρτλεμπυ ως ένα χαρακτήρα και όχι ως σύμβολο, δεν θα καταλάβετε ούτε εσείς και πολλά πράγματα. Γιατί οι πράξεις και τα λόγια του από μόνα τους δεν έχουν καμία λογική βάση. Ούτε εξήγηση.


Αν, αντίθετα, διευρύνετε την οπτική σας πέρα από το προφανές, θα αποκομίσετε μια πολύ ευαίσθητη ματιά πάνω στα γεγονότα του σήμερα. 


Και αυτό είναι η μέγιστη συνεισφορά της –σκηνοθέτιδας – Σοφίας Φιλιππίδου, πέρα από τη μεταμόρφωσή της σε Μπάρτλεμπυ. Ότι, δηλαδή, μια νουβέλα η οποία δεν υπήρχε ως θεατρικό κείμενο στα ελληνικά τη μετέτρεψε ακριβώς σε αυτό, μια δυσοίωνη ελεγεία του σήμερα, χωρίς να περιλαμβάνει μία, έστω, καταστροφολογική σκηνή, που φοριέται τόσο πολύ τελευταία.

Μπάρτλεμπυ, ο γραφιάς του Χέρμαν Μέλβιλ

Mετάφραση: Μένης Κουμανταρέας
Θεατρική διασκευή – Σκηνοθεσία: Σοφία Φιλιππίδου
Σκηνικά – Κοστούμια: Νίκος Αναγνωστόπουλος
Φωτισμοί: Eβίνα Βασιλακοπούλου
Βοηθός σκηνοθέτη: Μαίρη Φραγκιαδάκη

Παίζουν:                                                                                                                                   
Αλέξανδρος Ιορδανίδης
Κώστας Καζανάς
Άκης Λυρής
Σήφης Πολυζωίδης
Ορέστης Μαυρόπουλος
Σοφία Φιλιππίδου

Παραστάσεις:
Δευτέρα, 21:30
Τρίτη, 21: 30
Τετάρτη, 19:00

Από Μηχανής Θέατρο, Ακαδήμου 13, Μεταξουργείο
Τηλέφωνο: 2105231131

Πέμπτη 18 Απριλίου 2013

Οι Χαλασοχώρηδες



Στο νησί γίνονται πυρετώδεις προετοιμασίες για τις επικείμενες εκλογές. 

Δύο αντίπαλες παρατάξεις με τους αντίστοιχους κομματάρχες διαγκωνίζονται με κάθε θεμιτό, αθέμιτο και παράνομο μέσο για να εξασφαλίσουν τις ψήφους του κοσμάκη ή για να βεβαιωθούν ότι αυτές δεν θα καταλήξουν στους αντίπαλους υποψήφιους βουλευτές.


 Αυτή είναι όλη και όλη η ιστορία αυτού του διηγήματος του  Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη που μετατράπηκε – με εντυπωσιακό θα πρέπει να πω τρόπο – σε ένα θεατρικό που συμπυκνώνει μέσα του όλη την παθογένεια, τα στραβά και τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η ελληνική κοινωνία (φτώχια, αμορφωσιά, υπέρμετρη κουτοπονηριά), τα οποία εκμεταλλεύονται ανάλογα οι πολιτικοί.
Είναι τόσες οι καινοτομίες της παράστασης, που θέλησα να μιλήσω κατευθείαν με τους συντελεστές της, για να μου τις εξηγήσουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.


 Το πρώτο στοιχείο που με κέντρισε ιδιαίτερα είναι η αντίθεση μεταξύ της γλώσσας του Παπαδιαμάντη  μια αρκετά απλοποιημένη  καθαρεύουσα– και του μινιμαλιστικού σκηνικού. Όπως μου εξήγησε η ομάδα, το διήγημα διαδραματίζεται σε ένα πολύ μεγάλο κομμάτι του νησιού, άρα ήταν αδύνατο να παρουσιαστεί στη σκηνή.  Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το πολύ γοητευτικό δίπολο των τραπεζιών που αποτελούσαν το σύνολο –πρακτικά – των σκηνικών εργαλείων που μετατρέπονταν στα πάντα, από… τραπέζια (!) μέχρι βάρκες, πλοία και σπίτια από την μια, και της πεπαλαιωμένης  μορφής  του λόγου, με τα δύο να αλληλοσυμπληρώνονται και να δημιουργούν εικόνες – αστείες, θλιβερές, γελοίες, τραγικές εικόνες.


Το δεύτερο στοιχείο που βρήκα ιδιαίτερα ενδιαφέρον ήταν η φυσικότητα, ο συντονισμός και η ροή της ομάδας. Σε τέτοιο σημείο που θεώρησα ότι προϋπήρχε – και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα – προτού ασχοληθεί με το συγκεκριμένο κείμενο. Και ομολογώ ότι εκπλάγηκα ευχάριστα όταν έμαθα ότι η αρχική ιδέα προήλθε από τον Κώστα Παπακωνσταντίνου, τον σκηνοθέτη της παράστασης – για τον οποίο θα αναφερθώ πιο εκτεταμένα στη συνέχεια  – ο οποίος την απεύθυνε στις Αγγελική Μαρίνου και Ροζαμάλια Κυρίου, οι οποίες και ανέλαβαν να συγκεντρώσουν την ομάδα. Και ακόμη μεγαλύτερη ήταν η έκπληξή μου όταν έμαθα ότι η διανομή των ρόλων ήταν αποτέλεσμα μιας διαδικασίας ψαξίματος. Είναι τόσο φυσικοί όλοι τους σε αυτό που κάνουν που είναι λες και ο κάθε χαρακτήρας φτιάχτηκε ειδικά για τον συγκεκριμένο ηθοποιό. Ή ότι κατέληξαν ο καθένας στο ρόλο του μετά την πρώτη ανάγνωση!


Το τρίτο και πιθανόν σημαντικότερο στοιχείο που κάνει καινοτόμα την παράσταση είναι η κατάργηση του αφηγητή. Θεώρησε η ομάδα ότι αν υπήρχε κάποιος ο οποίος θα αφηγούταν-παρουσίαζε την παράσταση, και οι ηθοποιοί απλώς θα έλεγαν τα λόγια τους, θα χανόταν μεγάλο κομμάτι της δύναμης του κειμένου. Δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω απολύτως μαζί τους. Η επίδραση που είχε επάνω μου ο ηθοποιός που απευθυνόταν – και – σε εμένα, ως μέρους του κοινού είναι τόσο μεγάλη που πραγματικά δυσκολεύομαι πολύ να την εξηγήσω. Θεωρώ πως αυτό ειδικά το στοιχείο είναι που την έκανε απολύτως οικεία, και ταυτόχρονα καταργούσε κάθε πιθανό φραγμό που τυχόν έθετε η ιδιάζουσα γλώσσα του κειμένου.

Αντί για οποιοδήποτε άλλο επίλογο, και με την άδεια της υπόλοιπης ομάδας, θα ήθελα να αναφερθώ στον σκηνοθέτη της παράστασης.

Η μέχρι τώρα εμπειρία μου με ηθοποιούς που σε κάποια φάση αποφασίζουν να σκηνοθετήσουν κυμαίνεται μεταξύ του θλιβερού και της αδιαφορίας. Με άλλα λόγια, διαπιστώνω ότι αν κάποιος ηθοποιός δεν έχει αντίστοιχες σπουδές και επιχειρήσει να σκηνοθετήσει, οι πρώτες του προσπάθειες στέφονται από αποτυχία – παταγώδη στις περιπτώσεις εκείνες που αποφασίζει να παίξει κιόλας στην παράσταση που σκηνοθετεί. Χαίρομαι πάρα πολύ να αναφέρω ότι αυτή είναι μια τεράστια εξαίρεση σε αυτό τον – αυθαίρετο και απολύτως προσωπικό – κανόνα. 


Δεν γνωρίζω αν ο Κώστας Παπακωνσταντίνου φέρει οποιεσδήποτε σπουδές σκηνοθεσίας, ωστόσο σε αυτό του το πρώτο τόλμημα καταφέρνει να συν-υπογράψει μια παράσταση που είναι από τις πλέον ευφάνταστες από όσες έχω δει τα τελευταία χρόνια από τη μία, και από την άλλη να αναδείξει και να ‘εκμαιεύσει’ το απόλυτο των δυνατοτήτων των ηθοποιών που είχε στη διάθεσή του. Ο πειρασμός να αναφερθώ σε καθένα από αυτούς ξεχωριστά είναι τεράστιος, αλλά δεν θα πέσω στην παγίδα, επειδή σε αυτή την περίπτωση το σεντόνι που θα προκύψει θα τυλίγει το λεκανοπέδιο δύο φορές τουλάχιστον!!

 
Τα όσα έγραψα σε σχέση με την υποκριτική ισχύουν και για τον ίδιο. Σε κανένα σημείο της παράστασης δεν μου φάνηκε να υστερεί έναντι των υπολοίπων, ενώ ο μονόλογός του προς το τέλος της παράστασης αναδεικνύει με συγκλονιστικό τρόπο – και θέλω να είμαι απόλυτος σε αυτό – τα λόγια του Παπαδιαμάντη, που με τη σειρά τους παρουσιάζουν σε όλη της την τραγικότητα την κυριότερη αιτία της αποτυχίας αυτού του λαού να μετατραπεί από όχλο σε ένα σύνολο πολιτών: την φτώχια, υλική και ηθική.   

Μάριος Ιωάννου  

Χαλασοχώρηδες του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Σκηνοθεσία: Κώστας Παπακωνσταντίνου 
Σκηνικά-κοστούμια: Λυδία Κοντογιώργη                                                                                      
Μουσική: Θοδωρής Οικονόμου                                                                                   
 Σχεδιασμός φωτισμών: Ελίζα Αλεξανδροπούλου                                                           
 Επιμέλεια κίνησης: Μαργαρίτα Τρίκκα
Φωτογραφίες: Studio 112
Σχεδιασμός προωθητικού υλικού: Χρήστος Ατζινάς

Ερμηνεύουν:            
Ελισσαίος Βλάχος                                                                                                                              
Παύλος Εμμανουηλίδης                                                                                                                  
Θοδωρής Θεοδωρίδης                                                                                                                        
Ροζαμάλια Κυρίου                                                                                                                                 
Αγγελική Μαρίνου                                                                                                                                 
Κώστας Παπακωνσταντίνου                                                                                                        
Παναγιώτης Σούλης

Ημέρες παράστασης: Κυριακή, 21 και 28 Απριλίου
Θέατρο Αλκμήνη (Αλκμήνης 8, Γκαζι, μετρό Κεραμεικός)
Τηλέφωνο: 2103428650

Δευτέρα 25 Μαρτίου 2013

I'll see you on The Dark Side Of The Moon

Σαράντα χρόνια χθες από την ημερομηνία που κυκλοφόρησε ο δίσκος που έκλεισε την εποχή της μουσικής που κοιτάει τα άστρα.